凝聚 έννοια και προφορά

凝聚
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

凝聚 ελληνικός ορισμός

níng jù

  • συνοχή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 凝 (níng): πηγνύομαι
  • 聚 (jù): μαζεύω