凹凸 έννοια και προφορά

凹凸
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

凹凸 ελληνικός ορισμός

āo tū

  • χτύπημα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 凹 (āo): κοίλος
  • 凸 (tū): κυρτός