出席 έννοια και προφορά

出席
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

出席 ελληνικός ορισμός

chū xí

  • παραβρίσκομαι

HSK level


Χαρακτήρες

  • 出 (chū): εξω
  • 席 (xí): εδρα