出息 έννοια και προφορά

出息
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

出息 ελληνικός ορισμός

chū xi

  • εξαιρετική

HSK level


Χαρακτήρες

  • 出 (chū): εξω
  • 息 (xī): ενδιαφέρον