出示 έννοια και προφορά

出示
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

出示 ελληνικός ορισμός

chū shì

  • προβολή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 出 (chū): εξω
  • 示 (shì): προβολή