出路 έννοια και προφορά

出路
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

出路 ελληνικός ορισμός

chū lù

  • διέξοδος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (chū): εξω
  • (lù): δρόμος