列举 έννοια και προφορά

列举
Απλοποιημένη λέξη
列舉
Παραδοσιακή λέξη

列举 ελληνικός ορισμός

liè jǔ

  • απαριθμώ

HSK level


Χαρακτήρες

  • 列 (liè): στήλη
  • 举 (jǔ): ανελκυστήρας