利息 έννοια και προφορά

利息
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

利息 ελληνικός ορισμός

lì xī

  • ενδιαφέρον

HSK level


Χαρακτήρες

  • 利 (lì): κέρδος
  • 息 (xī): ενδιαφέρον