制服 έννοια και προφορά

制服
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

制服 ελληνικός ορισμός

zhì fú

  • στολή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 制 (zhì): σύστημα
  • 服 (fú): ρούχα