剪刀 έννοια και προφορά

剪刀
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

剪刀 ελληνικός ορισμός

jiǎn dāo

  • ψαλίδια

HSK level


Χαρακτήρες

  • 剪 (jiǎn): τομή
  • 刀 (dāo): μαχαίρι