动机 έννοια και προφορά

动机
Απλοποιημένη λέξη
動機
Παραδοσιακή λέξη

动机 ελληνικός ορισμός

dòng jī

  • κίνητρο

HSK level


Χαρακτήρες

  • 动 (dòng): κίνηση
  • 机 (jī): μηχανή