动脉 έννοια και προφορά

动脉
Απλοποιημένη λέξη
動脈
Παραδοσιακή λέξη

动脉 ελληνικός ορισμός

dòng mài

  • αρτηρία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 动 (dòng): κίνηση
  • 脉 (mài): σφυγμός