动荡 έννοια και προφορά

动荡
Απλοποιημένη λέξη
動蕩
Παραδοσιακή λέξη

动荡 ελληνικός ορισμός

dòng dàng

  • αναταραχή

HSK level


Χαρακτήρες

  • 动 (dòng): κίνηση
  • 荡 (dàng): κούνια