勾结 έννοια και προφορά

勾结
Απλοποιημένη λέξη
勾結
Παραδοσιακή λέξη

勾结 ελληνικός ορισμός

gōu jié

  • συνομιλία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 勾 (gōu): άγκιστρο
  • 结 (jié): κόμπος