化妆 έννοια και προφορά

化妆
Απλοποιημένη λέξη
化妝
Παραδοσιακή λέξη

化妆 ελληνικός ορισμός

huà zhuāng

  • μακιγιάζ

HSK level


Χαρακτήρες

  • 化 (huà): μεταμορφώνω
  • 妆 (zhuāng): μακιγιάζ