单纯 έννοια και προφορά

单纯
Απλοποιημένη λέξη
單純
Παραδοσιακή λέξη

单纯 ελληνικός ορισμός

dān chún

  • απλός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 单 (dān): μονόκλινο
  • 纯 (chún): καθαρος