单调 έννοια και προφορά

单调
Απλοποιημένη λέξη
單調
Παραδοσιακή λέξη

单调 ελληνικός ορισμός

dān diào

  • μονότονος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 单 (dān): μονόκλινο
  • 调 (diào): αρμονία