博物馆 έννοια και προφορά

博物馆
Απλοποιημένη λέξη
博物館
Παραδοσιακή λέξη

博物馆 ελληνικός ορισμός

bó wù guǎn

  • μουσείο

HSK level


Χαρακτήρες

  • (bó): μπο
  • (wù): τα πράγματα
  • (guǎn): περίπτερο