历代 έννοια και προφορά

历代
Απλοποιημένη λέξη
曆代
Παραδοσιακή λέξη

历代 ελληνικός ορισμός

lì dài

  • ιστορία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (lì): ημερολόγιο
  • (dài): γενιά