历史 έννοια και προφορά

历史
Απλοποιημένη λέξη
曆史
Παραδοσιακή λέξη

历史 ελληνικός ορισμός

lì shǐ

  • ιστορία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (lì): ημερολόγιο
  • (shǐ): ιστορία

Παραδείγματα ποινών με 历史

  • 这个房子差不多有 300 年的历史了。
    Zhège fángzi chàbùduō yǒu 300 nián de lìshǐle.
  • 这个学期我选了很多课,有艺术、历史、经
    Zhège xuéqí wǒ xuǎnle hěnduō kè, yǒu yìshù, lìshǐ, jīng
  • 爸爸喜欢看历史方面的书。
    Bàba xǐhuān kàn lìshǐ fāngmiàn de shū.