反常 έννοια και προφορά

反常
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

反常 ελληνικός ορισμός

fǎn cháng

  • ασυνήθιστος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 反 (fǎn): αντι-
  • 常 (cháng): συχνά