古董 έννοια και προφορά

古董
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

古董 ελληνικός ορισμός

gǔ dǒng

  • αντίκα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 古 (gǔ): αρχαίος
  • 董 (dǒng): ψωλή