合并 έννοια και προφορά

合并
Απλοποιημένη λέξη
合並
Παραδοσιακή λέξη

合并 ελληνικός ορισμός

hé bìng

  • συγχώνευση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 合 (hé): συνδυασμός
  • 并 (bìng): και