合格 έννοια και προφορά

合格
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

合格 ελληνικός ορισμός

hé gé

  • αρμόδιος

HSK level


Χαρακτήρες

  • 合 (hé): συνδυασμός
  • 格 (gé): πλέγμα