名牌 έννοια και προφορά

名牌
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

名牌 ελληνικός ορισμός

míng pái

  • διάσημη μάρκα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 名 (míng): όνομα
  • 牌 (pái): μάρκα