后背 έννοια και προφορά

后背
Απλοποιημένη λέξη
後背
Παραδοσιακή λέξη

后背 ελληνικός ορισμός

hòu bèi

  • πίσω

HSK level


Χαρακτήρες

  • 后 (hòu): οπισθεν
  • 背 (bèi): πίσω