吞吞吐吐 έννοια και προφορά

吞吞吐吐
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

吞吞吐吐 ελληνικός ορισμός

tūn tūn tǔ tǔ

  • διστακτικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (tūn): καταπιεί
  • (tǔ): έκανε εμετό