圈套 έννοια και προφορά

圈套
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

圈套 ελληνικός ορισμός

quān tào

  • παγίδα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 圈 (quān): δαχτυλίδι
  • 套 (tào): σειρά