在乎 έννοια και προφορά

在乎
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

在乎 ελληνικός ορισμός

zài hu

  • φροντίδα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 在 (zài): σε
  • 乎 (hū): σχεδόν