场合 έννοια και προφορά

场合
Απλοποιημένη λέξη
場合
Παραδοσιακή λέξη

场合 ελληνικός ορισμός

chǎng hé

  • ευκαιρία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 场 (chǎng): πεδίο
  • 合 (hé): συνδυασμός