坚韧 έννοια και προφορά

坚韧
Απλοποιημένη λέξη
堅韌
Παραδοσιακή λέξη

坚韧 ελληνικός ορισμός

jiān rèn

  • σκληρός

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jiān): ισχυρός
  • (rèn): σκληρός