堵塞 έννοια και προφορά

堵塞
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

堵塞 ελληνικός ορισμός

dǔ sè

  • εμφραξη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 堵 (dǔ): αποκλεισμός
  • 塞 (sāi): βύσμα