夫人 έννοια και προφορά

夫人
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

夫人 ελληνικός ορισμός

fū ren

  • κυρία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (fū): σύζυγος
  • (rén): ανθρωποι