奢侈 έννοια και προφορά

奢侈
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

奢侈 ελληνικός ορισμός

shē chǐ

  • πολυτέλεια

HSK level


Χαρακτήρες

  • (shē): υπερβολικός
  • (chǐ): υπερβολικός