奴隶 έννοια και προφορά

奴隶
Απλοποιημένη λέξη
奴隸
Παραδοσιακή λέξη

奴隶 ελληνικός ορισμός

nú lì

  • δούλος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (nú): δούλος
  • (lì): γραφέας