妄想 έννοια και προφορά

妄想
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

妄想 ελληνικός ορισμός

wàng xiǎng

  • αυταπάτη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 妄 (wàng): αλαζονικός
  • 想 (xiǎng): μου λείπεις