威力 έννοια και προφορά

威力
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

威力 ελληνικός ορισμός

wēi lì

  • εξουσία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (wēi): το κύρος
  • (lì): δύναμη