孕育 έννοια και προφορά

孕育
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

孕育 ελληνικός ορισμός

yùn yù

  • εκτράφηκε

HSK level


Χαρακτήρες

  • 孕 (yùn): έγκυος
  • 育 (yù): εκπαιδεύσει