季度 έννοια και προφορά

季度
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

季度 ελληνικός ορισμός

jì dù

  • τριμηνιαίος

HSK level


Χαρακτήρες

  • (jì): εποχή
  • (dù): βαθμός