容貌 έννοια και προφορά

容貌
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

容貌 ελληνικός ορισμός

róng mào

  • εμφάνιση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 容 (róng): περιεχόμενο
  • 貌 (mào): εμφάνιση