寄托 έννοια και προφορά

寄托
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

寄托 ελληνικός ορισμός

jì tuō

  • εμπιστεύομαι

HSK level


Χαρακτήρες

  • 寄 (jì): στείλετε
  • 托 (tuō): υποστήριξη