对立 έννοια και προφορά

对立
Απλοποιημένη λέξη
對立
Παραδοσιακή λέξη

对立 ελληνικός ορισμός

duì lì

  • αντιπολίτευση

HSK level


Χαρακτήρες

  • 对 (duì): σωστός
  • 立 (lì): σήκω πάνω