寿命 έννοια και προφορά

寿命
Απλοποιημένη λέξη
壽命
Παραδοσιακή λέξη

寿命 ελληνικός ορισμός

shòu mìng

  • ζωη

HSK level


Χαρακτήρες

  • 寿 (shòu): ζωη
  • (mìng): ζωη