局部 έννοια και προφορά

局部
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

局部 ελληνικός ορισμός

jú bù

  • μερικός

HSK level


Χαρακτήρες

  • 局 (jú): γραφείο
  • 部 (bù): μονάδα