崇拜 έννοια και προφορά

崇拜
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

崇拜 ελληνικός ορισμός

chóng bài

  • λατρεία

HSK level


Χαρακτήρες

  • (chóng): λατρεία
  • (bài): λατρεία