巡逻 έννοια και προφορά

巡逻
Απλοποιημένη λέξη
巡邏
Παραδοσιακή λέξη

巡逻 ελληνικός ορισμός

xún luó

  • περιπολία

HSK level


Χαρακτήρες

  • 巡 (xún): περιπολία
  • 逻 (luó): λογική