干脆 έννοια και προφορά

干脆
Απλοποιημένη λέξη
幹脆
Παραδοσιακή λέξη

干脆 ελληνικός ορισμός

gān cuì

  • απλά

HSK level


Χαρακτήρες

  • 干 (gàn): στεγνός
  • 脆 (cuì): εύθραυστος