平原 έννοια και προφορά

平原
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

平原 ελληνικός ορισμός

píng yuán

  • πεδιάδα

HSK level


Χαρακτήρες

  • 平 (píng): επίπεδο
  • 原 (yuán): πρωτότυπο