平常 έννοια και προφορά

平常
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

平常 ελληνικός ορισμός

píng cháng

  • συνήθως

HSK level


Χαρακτήρες

  • 平 (píng): επίπεδο
  • 常 (cháng): συχνά