平等 έννοια και προφορά

平等
Απλοποιημένη / παραδοσιακή λέξη

平等 ελληνικός ορισμός

píng děng

  • ισότητα

HSK level


Χαρακτήρες

  • (píng): επίπεδο
  • (děng): περίμενε